datum
Pronunciation
/ˈdætəm/, /ˈdeɪtəm/

Ορισμός και σημασία του "datum"στα αγγλικά

01

δεδομένο, σημείο αναφοράς

a single piece of information or a reference point used in analysis or measurement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
data
Παραδείγματα
In astronomy, astronomers rely on precise datums to calculate the positions of celestial bodies accurately.
Στην αστρονομία, οι αστρονόμοι βασίζονται σε ακριβή δεδομένα για να υπολογίσουν με ακρίβεια τις θέσεις των ουράνιων σωμάτων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store