antiquated
Pronunciation
/ˈæntəˌkweɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "antiquated"στα αγγλικά

antiquated
01

παρωχημένος, απαρχαιωμένος

no longer useful, accepted, or relevant to modern times
antiquated definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most antiquated
συγκριτικός βαθμός
more antiquated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Some schools still use antiquated teaching methods that lack engagement.
Μερικά σχολεία χρησιμοποιούν ακόμη παρωχημένες μεθόδους διδασκαλίας που στερώνται δέσμευσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store