demode
de
di
mode
ˈməʊd
mewd
decodedemote
démodé

Ορισμός και σημασία του "demode"στα αγγλικά

01

ξεπερασμένος

outdated or unfashionable 
demode definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most demode
συγκριτικός βαθμός
more demode
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
fashion, style, time
Παραδείγματα
Her wardrobe was filled with demode outfits that hadn’t been trendy in years. 

Η ντουλάπα της ήταν γεμάτη με παρωχημένα ντύσιμα που δεν ήταν της μόδας εδώ και χρόνια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store