Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Democrat
01
δημοκράτης, υποστηρικτής της κοινωνικής δημοκρατίας
someone who supports social equality, healthcare reform, environmental protection, and a more active role for government in addressing social issues
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Democrats
Παραδείγματα
As a Democrat, she believes in expanding access to healthcare for all citizens through government programs.
Ως δημοκράτισσα, πιστεύει στην επέκταση της πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη για όλους τους πολίτες μέσω κυβερνητικών προγραμμάτων.
02
δημοκράτης, υποστηρικτής της δημοκρατίας
a person who supports or advocates for democratic principles, governance, or political equality
Παραδείγματα
She is a democrat who values free elections and citizen participation.
Είναι μια δημοκράτισσα που εκτιμά τις ελεύθερες εκλογές και τη συμμετοχή των πολιτών.
Λεξικό Δέντρο
democratic
democratize
democrat



























