Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to demobilize
01
αποστρατεύω, συνταξιοδοτώ από τη στρατιωτική θητεία
retire from military service
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
demobilize
γ΄ ενικό πρόσωπο
demobilizes
ενεστώτα μετοχή
demobilizing
απλός αόριστος
demobilized
παθητική μετοχή
demobilized
02
αποστρατεύω, επιτρέπω σε κάποιον να εγκαταλείψει τη στρατιωτική θητεία
to allow someone to leave the military service, especially when a war ends
Παραδείγματα
The government began to demobilize troops after the peace treaty was signed.
Η κυβέρνηση άρχισε να αποστρατεύει τα στρατεύματα μετά την υπογραφή της ειρηνευτικής συνθήκης.



























