Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
golden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most golden
συγκριτικός βαθμός
more golden
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her hair had a natural shine, like strands of golden silk.
Τα μαλλιά της είχαν μια φυσική λάμψη, σαν κλωστές από χρυσή μετάξι.
02
χρυσός, χρυσή εποχή
describing a time or period marked by wealth, success, and flourishing conditions
Παραδείγματα
The company experienced a golden era during which profits soared and market share expanded.
Η εταιρεία γνώρισε μια χρυσή εποχή κατά την οποία τα κέρδη εκτοξεύτηκαν και το μερίδιο αγοράς επεκτάθηκε.
Παραδείγματα
The crown was adorned with intricate designs and was made of solid golden metal.
Το στέμμα ήταν διακοσμημένο με περίπλοκα σχέδια και ήταν κατασκευασμένο από συμπαγές χρυσό μέταλλο.
04
χρυσός, εξαιρετικός
exceptionally pleasing or excellent
Παραδείγματα
The vacation was a golden experience, filled with joy and unforgettable memories.
Οι διακοπές ήταν μια χρυσή εμπειρία, γεμάτη χαρά και αξέχαστες αναμνήσεις.
05
χρυσός, χρυσαφής
indicating that something is expected to lead to favorable results or success
Παραδείγματα
Landing the new client was a golden opportunity for the business, promising significant growth.
Η απόκτηση του νέου πελάτη ήταν μια χρυσή ευκαιρία για την επιχείρηση, που υπόσχεται σημαντική ανάπτυξη.
06
χρυσός, γοητευτικός
referring to a voice that is exceptionally melodious, clear, and pleasant, often admired for its quality and charm
Παραδείγματα
Her golden voice captivated the audience, making every performance unforgettable.
Η χρυσή της φωνή γοήτευσε το κοινό, κάνοντας κάθε παράσταση αξέχαστη.
Παραδείγματα
The young prodigy was considered a golden talent in the world of classical music.
Το νεαρό θαύμα θεωρούνταν ως χρυσό ταλέντο στον κόσμο της κλασικής μουσικής.



























