Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flump
01
καταρρέω, πέφτω βαρύτερα
to fall or sit down heavily, often with a soft or muffled sound
Intransitive: to flump somewhere
Παραδείγματα
Feeling utterly exhausted, she flumped onto the sofa, ready for a break.
Αισθανόμενη εντελώς εξαντλημένη, καθίστηκε στον καναπέ, έτοιμη για ένα διάλειμμα.
02
τοποθετώ με διακριτικό ήχο, πετώ με ηχηρό ήχο
to set or throw an object down with a distinct, often soft or muffled sound
Transitive: to flump sth somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flump
γ΄ ενικό πρόσωπο
flumps
ενεστώτα μετοχή
flumping
απλός αόριστος
flumped
παθητική μετοχή
flumped
Παραδείγματα
After a frustrating day at work, he flumped his briefcase onto the desk, signaling the end of the day.
Μετά από μια απογοητευτική μέρα στη δουλειά, έριξε το χαρτοφύλακά του στο γραφείο, σηματοδοτώντας το τέλος της ημέρας.



























