Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to endure
01
ανέχομαι, υποφέρω
to allow the presence or actions of someone or something disliked without interference or complaint
Transitive: to endure an unpleasant situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
endure
γ΄ ενικό πρόσωπο
endures
ενεστώτα μετοχή
enduring
απλός αόριστος
endured
παθητική μετοχή
endured
Παραδείγματα
The employees had to endure long working hours during the busy season to meet the project deadline.
Οι εργαζόμενοι έπρεπε να ανέχονται μεγάλες ώρες εργασίας κατά τη διάρκεια της απασχολημένης περιόδου για να πληρώσουν την προθεσμία του έργου.
Παραδείγματα
The injured hiker managed to endure the harsh winter conditions until rescue arrived.
Ο τραυματισμένος πεζοπόρος κατάφερε να αντέξει τις σκληρές χειμερινές συνθήκες μέχρι να φτάσει η διάσωση.
Παραδείγματα
The pioneers endured many hardships as they settled new lands.
Οι πιονιέροι υπέμειναν πολλές δυσκολίες καθώς εγκαθίστανταν σε νέες γαίες.
Παραδείγματα
Despite being exposed to harsh weather conditions, the sturdy outdoor furniture endured and remained usable for many years.
Παρά την έκθεση σε σκληρές καιρικές συνθήκες, τα γερά έπιπλα εξωτερικού χώρου άντεξαν και παρέμειναν χρησιμοποιήσιμα για πολλά χρόνια.
Παραδείγματα
The ancient pyramids have endured for thousands of years, standing as a testament to human engineering.
Οι αρχαίες πυραμίδες έχουν αντέξει για χιλιάδες χρόνια, ως απόδειξη της ανθρώπινης μηχανικής.
Λεξικό Δέντρο
endurance
enduring
endure



























