Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to endue
01
προικίζω, ντύνω
to provide or bestow something, often with a sense of temporarily imbuing a quality or attribute
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
endue
γ΄ ενικό πρόσωπο
endues
ενεστώτα μετοχή
enduing
απλός αόριστος
endued
παθητική μετοχή
endued
Παραδείγματα
The sunset endues the sky with vibrant hues of orange and pink.
Το ηλιοβασίλεμα ενδύει τον ουρανό με ζωηρές αποχρώσεις πορτοκαλί και ροζ.



























