to endue
en
ɪn
in
due
ˈdju:
dyoo
endureensue

Ορισμός και σημασία του "endue"στα αγγλικά

to endue
01

προικίζω, ντύνω

to provide or bestow something, often with a sense of temporarily imbuing a quality or attribute 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
endue
γ΄ ενικό πρόσωπο
endues
ενεστώτα μετοχή
enduing
απλός αόριστος
endued
παθητική μετοχή
endued
Παραδείγματα
The sunset endues the sky with vibrant hues of orange and pink. 

Το ηλιοβασίλεμα ενδύει τον ουρανό με ζωηρές αποχρώσεις πορτοκαλί και ροζ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store