Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to endue
01
προικίζω, ντύνω
to provide or bestow something, often with a sense of temporarily imbuing a quality or attribute
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
endue
γ΄ ενικό πρόσωπο
endues
ενεστώτα μετοχή
enduing
απλός αόριστος
endued
παθητική μετοχή
endued
Παραδείγματα
Her presence endues the room with an aura of serenity and grace.
Η παρουσία της ενδίδει στο δωμάτιο μια αύρα γαλήνης και χάριτος.



























