effect
e
ɪ
i
ffect
ˈfɛkt
fekt
resectexpectaffectinfect

Ορισμός και σημασία του "effect"στα αγγλικά

01

επίδραση, αποτέλεσμα

a change in a person or thing caused by another person or thing 
effect definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
effects
Παραδείγματα
Climate change can have a drastic effect on animal habitats. 

Η κλιματική αλλαγή μπορεί να έχει μια δραστική επίδραση στα βιότοπα των ζώων.

02

επίδραση, εντύπωση

the visible impression or appearance created by someone or something 
Παραδείγματα
The dim lighting had a dramatic effect, making the room feel more intimate. 

Ο χαμηλός φωτισμός είχε ένα δραματικό αποτέλεσμα, κάνοντας το δωμάτιο να φαίνεται πιο οικείο.

03

επίδραση, εντύπωση

an impression or appearance, often deliberately created to influence or deceive 
Παραδείγματα
The magician's performance relied heavily on visual effects to captivate the audience. 

Η παράσταση του μάγου βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε οπτικά εφέ για να γοητεύσει το κοινό.

04

επίδραση, απήχηση

the underlying message or significance conveyed through a speech or literary work that influences the audience's perception or understanding 
Παραδείγματα
The effect of the novel was to emphasize the importance of empathy and understanding. 

Το αποτέλεσμα του μυθιστορήματος ήταν να τονίσει τη σημασία της ενσυναίσθησης και της κατανόησης.

05

επίδραση, ισχύς

the condition of a law being in force and having legal power or validity 
Παραδείγματα
The new tax regulations will come into effect at the beginning of the fiscal year. 

Οι νέοι φορολογικοί κανονισμοί θα τεθούν σε ισχύ στις αρχές του οικονομικού έτους.

06

επίδραση, αποτέλεσμα

a symptom or physical response resulting from an illness or the administration of a drug 
Παραδείγματα
The medication had a calming effect, helping him sleep through the night. 

Το φάρμακο είχε ένα καταπραϋντικό αποτέλεσμα, βοηθώντας τον να κοιμηθεί όλη τη νύχτα.

to effect
01

πραγματοποιώ, προκαλώ

to cause something to happen or to achieve a desired outcome 
to effect definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
effect
γ΄ ενικό πρόσωπο
effects
ενεστώτα μετοχή
effecting
απλός αόριστος
effected
παθητική μετοχή
effected
Παραδείγματα
The new policy will effect significant changes in the company's operations. 

Η νέα πολιτική θα επιφέρει σημαντικές αλλαγές στις λειτουργίες της εταιρείας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store