Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eerily
01
αποκρουστικά, μυστηριωδώς
in a way that is mysteriously strange or unsettling, often creating an atmosphere of discomfort or fear
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The deserted streets felt eerily still during the blackout.
Οι ερημωμένοι δρόμοι φαίνονταν αποκρουστικά ήσυχοι κατά τη διακοπή ρεύματος.
Λεξικό Δέντρο
eerily
eer



























