Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eerily
01
αποκρουστικά, μυστηριωδώς
in a way that is mysteriously strange or unsettling, often creating an atmosphere of discomfort or fear
Παραδείγματα
The abandoned house stood eerily silent, with only the sound of the wind rustling through broken windows.
Το εγκαταλειμμένο σπίτι στεκόταν αποκρουστικά σιωπηλό, με μόνο τον ήχο του ανέμου που θρόιζε μέσα από τα σπασμένα παράθυρα.
Λεξικό Δέντρο
eerily
eer



























