Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
επίδραση, αποτέλεσμα
Η κλιματική αλλαγή μπορεί να έχει μια δραστική επίδραση στα βιότοπα των ζώων.
επίδραση, εντύπωση
Ο χαμηλός φωτισμός είχε ένα δραματικό αποτέλεσμα, κάνοντας το δωμάτιο να φαίνεται πιο οικείο.
επίδραση, εντύπωση
Η παράσταση του μάγου βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε οπτικά εφέ για να γοητεύσει το κοινό.
επίδραση, απήχηση
Το αποτέλεσμα του μυθιστορήματος ήταν να τονίσει τη σημασία της ενσυναίσθησης και της κατανόησης.
επίδραση, ισχύς
Οι νέοι φορολογικοί κανονισμοί θα τεθούν σε ισχύ στις αρχές του οικονομικού έτους.
επίδραση, αποτέλεσμα
Το φάρμακο είχε ένα καταπραϋντικό αποτέλεσμα, βοηθώντας τον να κοιμηθεί όλη τη νύχτα.
πραγματοποιώ, προκαλώ
Η νέα πολιτική θα επιφέρει σημαντικές αλλαγές στις λειτουργίες της εταιρείας.



























