Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to efface
01
σβήνω
to remove something, often by rubbing or gentle wiping
Transitive: to efface a mark
Παραδείγματα
The artist decided to efface the pencil sketch and start the drawing anew.
Ο καλλιτέχνης αποφάσισε να σβήσει το μολύβι και να ξεκινήσει το σχέδιο από την αρχή.
02
σβήνω
to completely erase or remove a memory or feeling from the mind
Transitive: to efface a thought or memory
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
efface
γ΄ ενικό πρόσωπο
effaces
ενεστώτα μετοχή
effacing
απλός αόριστος
effaced
παθητική μετοχή
effaced
Παραδείγματα
Time gradually effaced the pain of her loss.
Ο χρόνος σβήστηκε σταδιακά τον πόνο της απώλειάς της.
03
σβήνω
to deliberately make oneself less noticeable
Transitive: to efface oneself
Παραδείγματα
She tried to efface herself at the party, standing quietly in a corner.
Προσπάθησε να ξεθωριάσει στο πάρτι, στέκοντας ήσυχα σε μια γωνία.
Λεξικό Δέντρο
effaceable
effacement
efface



























