to disgrace
dis
dɪs
dis
grace
ˈgreɪs
greis
displace

Ορισμός και σημασία του "disgrace"στα αγγλικά

to disgrace
01

ντροπιάζω, ατιμάζω

to bring shame or dishonor on oneself or other people 
Transitive: to disgrace sb/sth | to disgrace oneself
to disgrace definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disgrace
γ΄ ενικό πρόσωπο
disgraces
ενεστώτα μετοχή
disgracing
απλός αόριστος
disgraced
παθητική μετοχή
disgraced
Παραδείγματα
His scandalous behavior disgraced his family and tarnished their reputation. 

Η σκανδαλώδης συμπεριφορά του ντρόπιασε την οικογένειά του και έφθειρε τη φήμη τους.

02

ντροπιάζω, υποβαθμίζω τη φήμη

to lead someone to lose respect, honor, or a valued position 
Transitive: to disgrace sb/sth
Παραδείγματα
The scandal disgraced the politician, forcing him to step down from office. 

Το σκάνδαλο ντροπίασε τον πολιτικό, αναγκάζοντάς τον να παραιτηθεί από τη θέση του.

01

ντροπή, ατίμωση

a state of dishonor 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
disgraces
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store