Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disgrace
01
ντροπιάζω, ατιμάζω
to bring shame or dishonor on oneself or other people
Transitive: to disgrace sb/sth | to disgrace oneself
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disgrace
γ΄ ενικό πρόσωπο
disgraces
ενεστώτα μετοχή
disgracing
απλός αόριστος
disgraced
παθητική μετοχή
disgraced
Παραδείγματα
His scandalous behavior disgraced his family and tarnished their reputation.
Η σκανδαλώδης συμπεριφορά του ντρόπιασε την οικογένειά του και έφθειρε τη φήμη τους.
02
ντροπιάζω, υποβαθμίζω τη φήμη
to lead someone to lose respect, honor, or a valued position
Transitive: to disgrace sb/sth
Παραδείγματα
The scandal disgraced the politician, forcing him to step down from office.
Το σκάνδαλο ντροπίασε τον πολιτικό, αναγκάζοντάς τον να παραιτηθεί από τη θέση του.
Disgrace
01
ντροπή, ατίμωση
a state of dishonor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
disgraces
Λεξικό Δέντρο
disgraced
disgrace
grace



























