disgusted
dis
dɪs
dis
gus
ˈgʌs
gas
ted
tɪd
tid
disguised

Ορισμός και σημασία του "disgusted"στα αγγλικά

01

αηδιασμένος, σιχαμένος

having or displaying great dislike for something 
disgusted definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disgusted
συγκριτικός βαθμός
more disgusted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was disgusted by the sight and smell of the spoiled food in the refrigerator. 

Ήταν αηδιασμένη από την εμφάνιση και τη μυρωδιά του χαλασμένου φαγητού στο ψυγείο.

Λεξικό Δέντρο

disgustedly
disgusted
disgust
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store