disgusted
dis
dɪs
ντισ
gus
ˈgʌs
γκασ
ted
tɪd
τιντ
/dɪsˈɡʌstɪd/

Ορισμός και σημασία του "disgusted"στα αγγλικά

01

αηδιασμένος, σιχαμένος

having or displaying great dislike for something
disgusted definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disgusted
συγκριτικός βαθμός
more disgusted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt disgusted by the dirty conditions of the public restroom.
Αισθάνθηκε αηδία από τις βρώμικες συνθήκες των δημόσιων τουαλετών.

Λεξικό Δέντρο

disgustedly
disgusted
disgust
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store