Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disgust
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The sight of the decaying food in the refrigerator filled her with disgust.
Η θέα της σαπισμένης τροφής στο ψυγείο τη γέμισε αηδία.
to disgust
01
αηδιάζω, προσβάλλω
to make someone feel upset, shocked, and sometimes offended about something
Transitive: to disgust sb
Παραδείγματα
His rude behavior towards the waiter disgusted everyone at the table.
Η αγενής συμπεριφορά του απέναντι στον σερβιτόρο αηδίασε όλους στο τραπέζι.
02
προκαλώ αηδία, αποκρούω
to cause someone to feel strong dislike or revulsion
Transitive: to disgust sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disgust
γ΄ ενικό πρόσωπο
disgusts
ενεστώτα μετοχή
disgusting
απλός αόριστος
disgusted
παθητική μετοχή
disgusted
Παραδείγματα
The foul smell from the trash disgusted everyone in the room.
Η δυσάρεστη μυρωδιά από τα σκουπίδια αηδίασε όλους στο δωμάτιο.
Λεξικό Δέντρο
disgustful
disgust



























