Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disgust
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She felt a wave of disgust wash over her as she discovered the unsanitary conditions of the public restroom.
Ένιωσε ένα κύμα αηδίας να την κατακλύζει όταν ανακάλυψε τις ανθυγιεινές συνθήκες των δημόσιων τουαλετών.
to disgust
01
αηδιάζω, προσβάλλω
to make someone feel upset, shocked, and sometimes offended about something
Transitive: to disgust sb
Παραδείγματα
The offensive language used by the comedian disgusted many audience members.
Η προσβλητική γλώσσα που χρησιμοποίησε ο κωμικός αηδίασε πολλά μέλη του κοινού.
02
προκαλώ αηδία, αποκρούω
to cause someone to feel strong dislike or revulsion
Transitive: to disgust sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disgust
γ΄ ενικό πρόσωπο
disgusts
ενεστώτα μετοχή
disgusting
απλός αόριστος
disgusted
παθητική μετοχή
disgusted
Παραδείγματα
The foul smell from the garbage disgusted her as she walked by.
Η δυσάρεστη μυρωδιά από τα σκουπίδια την αηδίασε καθώς περνούσε.
Λεξικό Δέντρο
disgustful
disgust



























