Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deviate
01
αποκλίνω, ξεφεύγω
to diverge or stray from the usual or planned path
Intransitive: to deviate | to deviate from a path
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
deviate
γ΄ ενικό πρόσωπο
deviates
ενεστώτα μετοχή
deviating
απλός αόριστος
deviated
παθητική μετοχή
deviated
Παραδείγματα
The airplane had to deviate from its original flight path due to severe weather conditions.
Το αεροπλάνο έπρεπε να αποκλίνει από την αρχική διαδρομή πτήσης λόγω των σοβαρών καιρικών συνθηκών.
02
παρεκκλίνω, αλλάζω κατεύθυνση
to cause something to depart from an established course
Transitive: to deviate sth
Παραδείγματα
The construction work deviated the river's course, rerouting it to prevent flooding in the town.
Τα εργα κατασκευής απέκλιναν την πορεία του ποταμού, ανακατευθύνοντάς τον για να αποφευχθούν πλημμύρες στην πόλη.
03
αποκλίνω, ξεφεύγω
to diverge or depart, especially from a standard, principle, or topic
Intransitive: to deviate from a principle or subject
Παραδείγματα
The employee was warned not to deviate from the company's ethical guidelines when dealing with clients.
Ο υπάλληλος προειδοποιήθηκε να μην αποκλίνει από τις ηθικές οδηγίες της εταιρείας όταν ασχολείται με πελάτες.
Deviate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deviates
Παραδείγματα
The deviate was known for questioning authority and challenging societal rules.
Ο παρεκκλίνων ήταν γνωστός για το ότι αμφισβητούσε την εξουσία και προκαλούσε τους κοινωνικούς κανόνες.
deviate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deviate
συγκριτικός βαθμός
more deviate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His deviate style of dress made him stand out in the crowd.
Το αποκλίνον στυλ ντυσίματος του τον έκανε να ξεχωρίζει στο πλήθος.
Λεξικό Δέντρο
deviance
deviation
deviate
devi



























