Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deviate
01
αποκλίνω, ξεφεύγω
to diverge or stray from the usual or planned path
Intransitive: to deviate | to deviate from a path
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
deviate
γ΄ ενικό πρόσωπο
deviates
ενεστώτα μετοχή
deviating
απλός αόριστος
deviated
παθητική μετοχή
deviated
Παραδείγματα
The hikers unintentionally deviated from the marked trail.
Οι πεζοπόροι άθελα τους απέκλιναν από το σηματοδοτημένο μονοπάτι.
02
παρεκκλίνω, αλλάζω κατεύθυνση
to cause something to depart from an established course
Transitive: to deviate sth
Παραδείγματα
The captain deviated the ship's course to avoid a potential collision with an iceberg.
Ο καπετάνιος απέκλινε την πορεία του πλοίου για να αποφύγει μια πιθανή σύγκρουση με ένα παγόβουνο.
03
αποκλίνω, ξεφεύγω
to diverge or depart, especially from a standard, principle, or topic
Intransitive: to deviate from a principle or subject
Παραδείγματα
The government official 's actions seemed to deviate from the established policy.
Οι ενέργειες του κυβερνητικού αξιωματούχου φαίνονταν να αποκλίνουν από την καθιερωμένη πολιτική.
Deviate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deviates
Παραδείγματα
She was seen as a deviate in her strict community.
Θεωρήθηκε ως παρεκκλίνουσα στην αυστηρή της κοινότητα.
deviate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deviate
συγκριτικός βαθμός
more deviate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her deviate attitude toward the rules sparked controversy among her peers.
Η παρεκκλίνουσα στάση της απέναντι στους κανόνες προκάλεσε διαμάχη μεταξύ των συνομηλίκων της.
Λεξικό Δέντρο
deviance
deviation
deviate
devi



























