Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to decree
01
διατάσσω, αποφασίζω
to make an official judgment, decision, or order
Transitive: to decree a decision or order | to decree that
Παραδείγματα
The king decreed that all citizens must pay taxes by the end of the month.
Ο βασιλιάς διέταξε ότι όλοι οι πολίτες πρέπει να πληρώσουν φόρους μέχρι το τέλος του μήνα.
02
διατάσσω, ανακοινώνω
to announce or issue a formal decision or order
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
decree
γ΄ ενικό πρόσωπο
decrees
ενεστώτα μετοχή
decreeing
απλός αόριστος
decreed
παθητική μετοχή
decreed
Παραδείγματα
The king decreed, signaling his authority over the land.
Ο βασιλιάς διέταξε, σηματοδοτώντας την εξουσία του πάνω στη γη.
Decree
01
διάταγμα, ψήφισμα
an official authoritative decision or judgment, especially one made by a government or the ruler of a country
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
decrees
Παραδείγματα
The king issued a decree establishing a new tax law.
Ο βασιλιάς εξέδωσε ένα διάταγμα που καθιέρωσε έναν νέο φορολογικό νόμο.



























