Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to plough through
01
δουλεύω με αποφασιστικότητα, προχωρώ με δυσκολία
to work on something with determination, especially when it is long or challenging
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
through
βασικό ρήμα
plough
ενεστώτας
plough through
γ΄ ενικό πρόσωπο
ploughs through
ενεστώτα μετοχή
ploughing through
απλός αόριστος
ploughed through
παθητική μετοχή
ploughed through
Παραδείγματα
I've got a 500-page book to plough through before the exam next week.
Έχω ένα βιβλίο 500 σελίδων που πρέπει να δουλέψω με αποφασιστικότητα πριν από τις εξετάσεις της επόμενης εβδομάδας.
02
ανοίγω δρόμο με δύναμη μέσα από, προχωρώ με δυσκολία μέσα από
to forcefully make one's way through something, especially when facing resistance or difficulty
Παραδείγματα
The rugby player ploughed through the opposing team's defenses.
Ο παίκτης του ράγκμπι διέσχισε τις άμυνες της αντίπαλης ομάδας.
03
καταβροχθίζω, καταπίνω
to consume a large amount of something, especially food, quickly
Παραδείγματα
He ploughed through the entire pizza by himself.
Κατάπιε ολόκληρη την πίτσα μόνος του.
04
περνώ με δύναμη, εισδύω βίαια
(of a vehicle or aircraft) to move uncontrollably and forcefully through something
Παραδείγματα
The truck lost its brakes and ploughed through the busy market.
Το φορτηγό έχασε τα φρένα του και διέσχισε τη γεμάτη αγορά.



























