Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to creep up on
01
πλησιάζω κρυφά, προσεγγίζω σιγά-σιγά
to move slowly and gradually toward someone or something without being noticed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up on
βασικό ρήμα
creep
ενεστώτας
creep up on
γ΄ ενικό πρόσωπο
creeps up on
ενεστώτα μετοχή
creeping up on
απλός αόριστος
crept up on
παθητική μετοχή
crept up on
Παραδείγματα
Trying not to spoil the surprise, Sarah had to carefully creep up on her friend's house to join the birthday celebration unnoticed.
Προσπαθώντας να μην χαλάσει την έκπληξη, η Σάρα έπρεπε να πλησιάσει κρυφά στο σπίτι της φίλης της για να συμμετάσχει στην γιορτή των γενεθλίων χωρίς να την παρατηρήσουν.
02
πλησιάζω κρυφά, έρχομαι απροσδόκητα
(of a date or an event) to come or happen sooner than one was expecting
Παραδείγματα
The deadline for the project crept up on us, catching us by surprise.
Η προθεσμία του έργου μας πλησίασε αναπάντεχα, πιάνοντάς μας εντελώς απροετοίμαστους.
03
σκαρφαλώνω σταδιακά, γίνομαι σταδιακά πιο αισθητός
to gradually experience a feeling, state, etc. in a more clear and noticeable manner
Παραδείγματα
As he celebrated his 40th birthday, the awareness of getting older crept up on him, and he reflected on the passing of time.
Καθώς γιόρταζε τα 40ά γενέθλιά του, η συνείδηση της γήρανσης του έπληξε σταδιακά, και σκέφτηκε την πάροδο του χρόνου.



























