creepy
cree
ˈkri
κρι
py
pi
πι

Ορισμός και σημασία του "creepy"στα αγγλικά

01

τρομακτικός, ανατριχιαστικός

strange or unnatural in a way that might cause uneasiness or slight fear 
creepy definition and meaning
Παραδείγματα
The abandoned house had a creepy atmosphere, with its broken windows and overgrown garden. 

Το εγκαταλειμμένο σπίτι είχε μια μακάβρια ατμόσφαιρα, με τα σπασμένα παράθυρα και τον αγριεμένο κήπο.

02

τρομακτικός, ερπύζων

moving in a slow, sneaky, or crawling way 
Παραδείγματα
Creepy insects emerged from cracks in the wall. 

Ανατριχιαστικά έντομα αναδύθηκαν από ρωγμές στον τοίχο.

03

τρομακτικός, αναστατωτικός

causing discomfort by acting in a sexually inappropriate or unsettling way 
Παραδείγματα
That creepy guy kept staring and wouldn't take the hint. 

Αυτός ο τρομακτικός τύπος συνέχιζε να κοιτάζει και δεν έπαιρνε το νόημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

creepily
creepiness
creepy
creep
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store