Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
creepy
01
τρομακτικός, ανατριχιαστικός
strange or unnatural in a way that might cause uneasiness or slight fear
Παραδείγματα
The old, creaky floorboards added to the creepy ambiance of the haunted mansion.
Οι παλιές, τρίζοντες σανίδες του δαπέδου πρόσθεσαν στην αποκρουστική ατμόσφαιρα του στοιχειωμένου αρχοντικού.
02
τρομακτικός, ερπύζων
moving in a slow, sneaky, or crawling way
Παραδείγματα
A creepy lizard inched its way up the windowsill.
Ένα ανατριχιαστικό σαύρι κινήθηκε αργά προς το περβάζι.
03
τρομακτικός, αναστατωτικός
causing discomfort by acting in a sexually inappropriate or unsettling way
Παραδείγματα
His creepy comments made everyone at the party uncomfortable.
Τα ανατριχιαστικά σχόλιά του έκαναν όλους στο πάρτι να νιώθουν άβολα.
Λεξικό Δέντρο
creepily
creepiness
creepy
creep



























