ghostly
ghost
ˈgəʊst
γκεουστ
ly
li
λι
ghastly

Ορισμός και σημασία του "ghostly"στα αγγλικά

01

φαντασματικός, στοιχειωμένος

having characteristics or appearance similar to a ghost, often pale or spooky 
ghostly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
ghostliest
συγκριτικός βαθμός
ghostlier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, supernatural, atmosphere
Παραδείγματα
The old mansion had a ghostly presence that sent shivers down my spine. 

Το παλιό αρχοντικό είχε μια στοιχειωμένη παρουσία που μου έκανε την πλάτη να τρέμει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ghostliness
ghostly
ghost
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store