Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to vacate
01
παραιτούμαι, αφήνω
to give up a job, post, or position voluntarily
Transitive: to vacate a job position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vacate
γ΄ ενικό πρόσωπο
vacates
ενεστώτα μετοχή
vacating
απλός αόριστος
vacated
παθητική μετοχή
vacated
Παραδείγματα
After years of dedicated service, Sarah decided to vacate her position as the company's CFO.
Μετά από χρόνια αφοσιωμένης υπηρεσίας, η Σάρα αποφάσισε να αποχωρήσει από τη θέση της CFO της εταιρείας.
02
αδειάζω, εγκαταλείπω
to move out of or exit a place that one previously occupied
Transitive: to vacate a place of residence
Παραδείγματα
After completing their lease term, the tenants decided to vacate the apartment.
Μετά την ολοκλήρωση της περιόδου μίσθωσης, οι ενοικιαστές αποφάσισαν να αποχωρήσουν από το διαμέρισμα.
03
ακυρώνω, αναιρώ
to cancel or annul a decision, ruling, or order officially
Transitive: to vacate a decision or order
Παραδείγματα
Upon the discovery of new evidence, the judge decided to vacate the previous ruling.
Μετά την ανακάλυψη νέων αποδεικτικών στοιχείων, ο δικαστής αποφάσισε να ακυρώσει την προηγούμενη απόφαση.
Λεξικό Δέντρο
vacancy
vacant
vacation
vacate



























