vacationer
Pronunciation
/veɪˈkeɪʃənɝ/

Ορισμός και σημασία του "vacationer"στα αγγλικά

01

διακοπάρης, τουρίστας

a person who is on vacation or holiday, typically traveling away from home for leisure or relaxation
Dialectamerican flagAmerican
vacationer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vacationers
Παραδείγματα
The resort offered various activities to keep vacationers entertained throughout their stay.
Το θέρετρο προσέφερε διάφορες δραστηριότητες για να διασκεδάζουν οι διακοπές κατά τη διάρκεια της διαμονής τους.

Λεξικό Δέντρο

vacationer
vacation
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store