Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vaccinated
01
εμβολιασμένος
having received a vaccine, which can help prevent the spread of certain diseases by making a person immune to them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vaccinated
συγκριτικός βαθμός
more vaccinated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, medicine, immunity
Παραδείγματα
The school required all students to be vaccinated against measles before the start of the academic year.
Το σχολείο απαίτησε όλοι οι μαθητές να είναι εμβολιασμένοι κατά της ιλαράς πριν από την έναρξη της σχολικής χρονιάς.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unvaccinated
vaccinated
vaccinate
vaccine



























