Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vaccinated
01
εμβολιασμένος
having received a vaccine, which can help prevent the spread of certain diseases by making a person immune to them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vaccinated
συγκριτικός βαθμός
more vaccinated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Parents discussed the importance of ensuring their children were vaccinated according to the recommended schedule.
Οι γονείς συζήτησαν τη σημασία της διασφάλισης ότι τα παιδιά τους ήταν εμβολιασμένα σύμφωνα με το προτεινόμενο πρόγραμμα.
Λεξικό Δέντρο
unvaccinated
vaccinated
vaccinate
vaccine



























