sovereignty
sove
ˈsɒv
sov
reign
rən
rēn
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "sovereignty"στα αγγλικά

01

κυριαρχία, ανώτατη αρχή

the supreme authority of a state or governing body to govern itself without interference from external forces 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The nation asserted its sovereignty by establishing its own laws and governance structure independent of foreign influence. 

Το έθνος διεκδίκησε την κυριαρχία του καθιερώνοντας τους δικούς του νόμους και δομή διακυβέρνησης ανεξάρτητη από ξένες επιρροές.

02

κυριαρχία, κυρίαρχη εξουσία

the power or right of a state to control the affairs of another state 
Παραδείγματα
Colonial powers often claimed sovereignty over foreign territories. 

Οι αποικιακές δυνάμεις συχνά διεκδικούσαν την κυριαρχία σε ξένες επικράτειες.

03

κυριαρχία, ανώτατη εξουσία

the supreme power or authority held by a monarch over a territory or people 
Παραδείγματα
The king exercised his sovereignty over the entire kingdom. 

Ο βασιλιάς ασκούσε την κυριαρχία του σε όλο το βασίλειο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store