Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Souwester
01
sou'wester, καπέλο ναύτη
a hat with a long wide brim, which is longer at the back, worn as protection against rain or wind
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
souwesters



























