Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Respite
01
ανάπαυλα, διάλειμμα
a pause or break from activity, often to rest or relax
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
respites
Παραδείγματα
After hours of hiking, they took a respite by the lake.
Μετά από ώρες πεζοπορίας, πήραν ένα διάλειμμα δίπλα στη λίμνη.
02
ανάπαυλα, προσωρινή ανακούφιση
a temporary easing or reduction of something unpleasant or difficult
Παραδείγματα
The cool breeze brought a respite from the summer heat.
Το δροσερό αεράκι έφερε μια ανάσα από τη ζέστη του καλοκαιριού.
03
αναβολή, αναστολή
the postponement or cancellation of punishment, especially in a legal context
Παραδείγματα
The governor granted the prisoner a respite from execution.
Ο κυβερνήτης παραχώρησε στον κρατούμενο μια αναβολή από την εκτέλεση.
to respite
01
αναβάλλω, αναστέλλω
to delay or suspend the carrying out of a punishment, especially an execution
Transitive: to respite a punishment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
respite
γ΄ ενικό πρόσωπο
respites
ενεστώτα μετοχή
respiting
απλός αόριστος
respited
παθητική μετοχή
respited
Παραδείγματα
The governor decided to respite the prisoner's execution for thirty days.
Ο κυβερνήτης αποφάσισε να αναβάλει την εκτέλεση του κρατούμενου για τριάντα ημέρες.



























