proud
proud
praʊd
prawd
cloudcowedbowedcrowd

Ορισμός και σημασία του "proud"στα αγγλικά

01

περήφανος, υπερήφανος

feeling satisfied with someone or one's possessions, achievements, etc. 
proud definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
proudest
συγκριτικός βαθμός
prouder
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt proud of her daughter's academic achievements. 

Ένιωθε περήφανη για τις ακαδημαϊκές επιτυχίες της κόρης της.

02

περήφανος, αλαζονικός

having an overly high opinion of oneself, often accompanied by a sense of arrogance 
proud definition and meaning
Παραδείγματα
His proud demeanor made it difficult for others to approach him. 

Η υπερήφανη συμπεριφορά του έκανε δύσκολο για τους άλλους να τον πλησιάσουν.

03

περήφανος, υπερήφανος

evoking a strong feeling of satisfaction and honor 
Παραδείγματα
The proud parents watched their child perform on stage for the first time. 

Οι περήφανοι γονείς παρακολούθησαν το παιδί τους να ερμηνεύεται στη σκηνή για πρώτη φορά.

04

προεξέχων, εξέχων

raised or sticking out above a surface 
Παραδείγματα
The nail was proud and needed to be hammered in. 

Η καρφίτσα ήταν υπερήφανη και έπρεπε να σφυρηλατηθεί.

05

περήφανος, ένδοξος

impressive in quality or achievement 
Παραδείγματα
The team has a proud history of winning championships. 

Η ομάδα έχει μια περήφανη ιστορία νικών σε πρωταθλήματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store