Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prominent
01
επιφανής, εξέχων
well-known or easily recognizable due to importance, influence, or distinct features
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prominent
συγκριτικός βαθμός
more prominent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The prominent landmark could be seen from miles away, guiding travelers to their destination.
Το εξέχον ορόσημο μπορούσε να φανεί από μίλια μακριά, καθοδηγώντας τους ταξιδιώτες στον προορισμό τους.
02
εμφανής, επιφανής
standing out clearly or easily noticeable
Παραδείγματα
The prominent building stood out in the city skyline.
Το εξέχον κτίριο ξεχώριζε στον ορίζοντα της πόλης.
03
εξέχων, προεξέχων
projecting from something or standing out due to size or shape
Παραδείγματα
He had prominent ears that stuck out more than usual.
Είχε εξέχοντα αυτιά που προεξέχουν περισσότερο από το συνηθισμένο.
Λεξικό Δέντρο
prominently
prominent
promin



























