evident
e
ˈɛ
e
vi
vi
dent
dənt
dēnt

Ορισμός και σημασία του "evident"στα αγγλικά

01

εμφανής, προφανής

easily perceived by the mind or senses 
evident definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most evident
συγκριτικός βαθμός
more evident
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
perception, cognition, communication
Παραδείγματα
His frustration was evident in his tone of voice and body language. 

Η απογοήτευσή του ήταν εμφανής στον τόνο της φωνής του και στη γλώσσα του σώματος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

evidential
evidently
evident
evidence
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store