observable
ob
əb
ēb
ser
ˈzɜ:
zē
vable
vəbl
vēbl
preservable

Ορισμός και σημασία του "observable"στα αγγλικά

observable
01

παρατηρήσιμος, ορατός

able to be seen or perceived 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most observable
συγκριτικός βαθμός
more observable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
perception, phenomena, science
Παραδείγματα
The observable changes in weather patterns are attributed to climate change. 

Οι παρατηρήσιμες αλλαγές στα καιρικά μοτίβα αποδίδονται στην κλιματική αλλαγή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

observably
unobservable
observable
observe
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store