Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
observable
01
παρατηρήσιμος, ορατός
able to be seen or perceived
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most observable
συγκριτικός βαθμός
more observable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The observable changes in weather patterns are attributed to climate change.
Οι παρατηρήσιμες αλλαγές στα καιρικά μοτίβα αποδίδονται στην κλιματική αλλαγή.
Λεξικό Δέντρο
observably
unobservable
observable
observe



























