Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
evident
01
εμφανής, προφανής
easily perceived by the mind or senses
Παραδείγματα
The impact of the pandemic was evident in the deserted streets and closed businesses.
Η επίδραση της πανδημίας ήταν εμφανής στις ερημωμένες οδούς και τις κλειστές επιχειρήσεις.
Λεξικό Δέντρο
evidential
evidently
evident
evidence



























