Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
evidential
01
αποδεικτικός, σχετικός με αποδείξεις
providing evidence or related to it
Παραδείγματα
The prosecutor presented a convincing case, showcasing the evidential links between the defendant and the crime.
Ο εισαγγελέας παρουσίασε μια πειστική υπόθεση, επιδεικνύοντας τις αποδεικτικές συνδέσεις μεταξύ του κατηγορουμένου και του εγκλήματος.
Λεξικό Δέντρο
evidential
evident
evidence



























