evidential
e
ˌɛ
e
vi
vi
den
ˈdɛn
den
tial
ʃəl
shēl
credentialtangentialsapientialtorrential

Ορισμός και σημασία του "evidential"στα αγγλικά

evidential
01

αποδεικτικός, σχετικός με αποδείξεις

providing evidence or related to it 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Supported by compelling evidential findings, the research study shed light on the effectiveness of the new therapy. 

Υποστηριζόμενη από πειστικά τεκμηριωτικά ευρήματα, η έρευνα έδωσε φως στην αποτελεσματικότητα της νέας θεραπείας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store