celebrated
ce
ˈsɛ
se
leb
ləb
lēb
ra
reɪ
rei
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "celebrated"στα αγγλικά

celebrated
01

διάσημος, αναγνωρισμένος

widely recognized and acknowledged 
celebrated definition and meaning
Παραδείγματα
The celebrated artist's work is exhibited in galleries worldwide. 

Το έργο του διάσημου καλλιτέχνη εκτίθεται σε γκαλερί σε όλο τον κόσμο.

02

διάσημος, ξακουσμένος

having an illustrious past 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most celebrated
συγκριτικός βαθμός
more celebrated
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

celebrated
celebrate
celebr
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store