celebrated
Pronunciation
/ˈsɛɫəˌbɹeɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "celebrated"στα αγγλικά

celebrated
01

διάσημος, αναγνωρισμένος

widely recognized and acknowledged
celebrated definition and meaning
Παραδείγματα
The celebrated scientist's research led to groundbreaking discoveries in the field of physics.
Η έρευνα του διακεκριμένου επιστήμονα οδήγησε σε πρωτοποριακές ανακαλύψεις στον τομέα της φυσικής.
02

διάσημος, ξακουσμένος

having an illustrious past
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most celebrated
συγκριτικός βαθμός
more celebrated
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

celebrated
celebrate
celebr
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store