Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to protrude
01
προεξέχω, εξέχω
to project from a surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
protrude
γ΄ ενικό πρόσωπο
protrudes
ενεστώτα μετοχή
protruding
απλός αόριστος
protruded
παθητική μετοχή
protruded
Παραδείγματα
The book protruded from the shelf, as it had been placed haphazardly.
Το βιβλίο προεξείχε από το ράφι, καθώς είχε τοποθετηθεί απρόσεκτα.
02
προεξέχω, φουσκώνω
swell or protrude outwards
03
προεξέχω, διέχω
bulge outward
Λεξικό Δέντρο
protruding
protrusion
protrusive
protrude



























