to protrude
Pronunciation
/pɹoʊˈtɹud/

Ορισμός και σημασία του "protrude"στα αγγλικά

to protrude
01

προεξέχω, εξέχω

to project from a surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
protrude
γ΄ ενικό πρόσωπο
protrudes
ενεστώτα μετοχή
protruding
απλός αόριστος
protruded
παθητική μετοχή
protruded
Παραδείγματα
The book protruded from the shelf, as it had been placed haphazardly.
Το βιβλίο προεξείχε από το ράφι, καθώς είχε τοποθετηθεί απρόσεκτα.
02

προεξέχω, φουσκώνω

swell or protrude outwards
03

προεξέχω, διέχω

bulge outward

Λεξικό Δέντρο

protruding
protrusion
protrusive
protrude
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store