Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
proud
01
περήφανος, υπερήφανος
feeling satisfied with someone or one's possessions, achievements, etc.
Παραδείγματα
He felt proud of himself for completing his first marathon.
Ένιωσε περήφανος με τον εαυτό του για την ολοκλήρωση του πρώτου του μαραθώνιου.
02
περήφανος, αλαζονικός
having an overly high opinion of oneself, often accompanied by a sense of arrogance
Παραδείγματα
Despite her proud exterior, deep down, she struggled with feelings of insecurity.
Παρά το περήφανο εξωτερικό της, βαθιά μέσα της, αγωνιζόταν με συναισθήματα ανασφάλειας.
03
περήφανος, υπερήφανος
evoking a strong feeling of satisfaction and honor
Παραδείγματα
It was a proud occasion when the school was recognized for its achievements.
Ήταν μια περήφανη στιγμή όταν το σχολείο αναγνωρίστηκε για τα επιτεύγματά του.
Παραδείγματα
The rock had a proud peak above the ground.
Ο βράχος είχε μια περήφανη κορυφή πάνω από το έδαφος.
05
περήφανος, ένδοξος
impressive in quality or achievement
Παραδείγματα
The city boasts a proud skyline with some of the tallest buildings in the world.
Η πόλη διαθέτει μια περήφανη οριζόντια γραμμή με μερικά από τα ψηλότερα κτίρια στον κόσμο.
Λεξικό Δέντρο
overproud
proudly
proud



























