Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
proudly
01
περήφανα
with a sense of satisfaction, honor, or deep pleasure in one's achievements or identity
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She proudly showed off her diploma to her family.
Είχε υπερήφανα δείξει το δίπλωμά της στην οικογένειά της.
02
περήφανα, με αξιοπρέπεια
in an imposing, dignified, or splendid manner
formal
Παραδείγματα
The statue proudly rose in the center of the plaza.
Το άγαλμα σηκώθηκε υπερήφανα στο κέντρο της πλατείας.
Λεξικό Δέντρο
proudly
proud



























