Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
proudly
01
περήφανα
with a sense of satisfaction, honor, or deep pleasure in one's achievements or identity
Παραδείγματα
The artist proudly unveiled her latest painting.
Η καλλιτέχνις περήφανα αποκάλυψε το τελευταίο της πίνακα.
02
περήφανα, με αξιοπρέπεια
in an imposing, dignified, or splendid manner
Παραδείγματα
The monument proudly commemorated the city's founders.
Το μνημείο περήφανα τιμά τους ιδρυτές της πόλης.
Λεξικό Δέντρο
proudly
proud



























