absolutistaccessary
από 39
absolutistaccessary
absolutist[n][adj]

απολυταρχικός • απολυταρχικός,ασυμβίβαστος

absolve[v]

απαλλάσσω,αθωώνω

absorb[v]

απορροφώ,αφομοιώνω

absorbed[adj]

απορροφημένος,βυθισμένος

absorbent[n][adj]
absorbing[adj]

συναρπαστικό,γοητευτικό

absorption[n]

απορρόφηση,εμπότιση

absorption spectrum[n]

φασμα απορρόφησης,απορροφητικό φάσμα

absquatulate[v]

ξεφεύγω,εξαφανίζομαι

abstain[v]

απέχω,αποφεύγω

abstainer[n]
abstemious[adj]

μετριοπαθής,συνεσταλμένος

abstemiousness[n]
abstinence[n]

εγκράτεια

abstinent[n][adj]
abstract[adj][v][n]

αφηρημένος,εννοιολογικός • αφαιρώ,εξάγω • περίληψη,σύνοψη

abstract art[n]

αφηρημένη τέχνη

abstract expressionism[n]

αφηρημένος εξπρεσιονισμός,λυρική αφαίρεση

abstract noun[n]

αφηρημένο ουσιαστικό,ουσιαστικό αφηρημένης έννοιας

abstract strategy board game[n]

αφηρημένο επιτραπέζιο παιχνίδι στρατηγικής,αφηρημένο παιχνίδι στρατηγικής

abstraction[n]

αφαίρεση,αφηρημένη έννοια

abstractionism[n]

αφηρημένος,αφηρημένη τέχνη

abstractionist[n][adj]

αφηρημένος ζωγράφος,αφηρηματιστής • αφηρημένος,μη φιγουραλιστικός

abstruse[adj]

δύσκολος στην κατανόηση,περίπλοκος

abstruseness[n]
absurd[adj][n]

παράλογος,ανούσιος • το παράλογο,η ανοησία

absurdism[n]

παραλογισμός,το παράλογο

absurdist fiction[n]

παραλογική λογοτεχνία

absurdity[n]

παραλογισμός

absurdly[adv]

παραλογικά, με παράλογο τρόπο

abugida[n]

αμπουγκίντα,σύστημα γραφής αμπουγκίντα

abundance[n]

αφθονία,περιουσία

abundant[adj]

άφθονος,πλούσιος

abundantly[adv]

άφθονα,αφθονώς

abuse[n][v]

κακοποίηση,κατάχρηση • κακοποιώ,καταχρώμαι

abused[adj]

κακοποιημένος,καταχρησμένος

abusive[adj]

κακοποιητικός,βίαιος

abut[v]

εφάπτομαι,συνορεύω

abutment[n]

ένα στήριγμα,ένα abutment

abuttal[n]

προσάρτηση,γειτνίαση

abysmal[adj]

αβυσσαλέος,χωρίς πάτο

abysmally[adv]

απαίσια,εξαιρετικά ανεπιτυχώς

abyss[n]

άβυσσος,χάσμα

abyssal[adj]
abyssal zone[n]

αβυσσαία ζώνη,περιοχή των βαθέων

abyssinian[n]

Αβυσsinian,Γάτα Αβυσsinian

acada[n][adj]

Νιγηριανός φοιτητής πανεπιστημίου,Νιγηριανός πτυχιούχος πανεπιστημίου • πανεπιστημιακός,ακαδημαϊκός

academia[n]

η ακαδημαϊκή κοινότητα,η ακαδημία

academic[adj][n]

ακαδημαϊκός,μέλος πανεπιστημιακού προσωπικού

academic art[n]

ακαδημαϊκή τέχνη,τέχνη πομπιέ

academic conference[n]

ακαδημαϊκή συνδιάσκεψη,επιστημονικό συνέδριο

academic degree[n]

ακαδημαϊκό πτυχίο,πτυχίο

academic freedom[n]

ακαδημαϊκή ελευθερία,ελευθερία διδασκαλίας και έρευνας

academic publishing[n]

ακαδημαϊκή έκδοση

academic regalia[n]

ακαδημαϊκή ενδυμασία,πτυχιακή στολή

academic senate[n]

ακαδημαϊκή γερουσία,ακαδημαϊκό συμβούλιο

academic stole[n]

ακαδημαϊκή πέπλο,στολή αποφοίτησης

academic text[n]

ακαδημαϊκό κείμενο,ακαδημαϊκή γραπτή εργασία

academic year[n]

ακαδημαϊκό έτος,σχολικό έτος

academically[adv]

ακαδημαϊκά,από ακαδημαϊκή άποψη

academician[n]

ακαδημαϊκός,καθηγητής πανεπιστημίου

academicism[n]

ακαδημαϊσμός

academism[n]

ακαδημαϊσμός,σχολαστική ορθοδοξία

academy[n]

ακαδημία, λύκειο

academy award[n]

Όσκαρ,Βραβείο Ακαδημίας

academy school[n]

ακαδημαϊκό σχολείο,σχολείο ακαδημίας

acanthus[n]

άκανθα,φυτό του γένους Acanthus

acar[n]

ακάρ,ινδονησιακή ή μαλαισιακή πίκλα λαχανικών

acatalectic[n][adj]
accede[v]

συμφωνώ,επιδοκιμάζω

accede to[v]

συμφωνώ με,επιδοκιμάζω

accelerando[n][adv][adj]
accelerate[v]

επιταχύνω,αυξάνω την ταχύτητα

accelerated[adj]

επιταχυνόμενος,γρήγορος

acceleration[n]

επιτάχυνση,αύξηση ταχύτητας

accelerator[n]

επιταχυντής,πεντάλ γκαζιού

accelerator pedal[n]

πεντάλ γκαζιού,επιταχυντήρας

accent[n][v]

προφορά • τονίζω

accent chair[n]

καρέκλα έμφασης,διακοσμητική καρέκλα

accent rug[n]

χαλί ακцένт,διακοσμητικό χαλί

accented[adj]
accentor[n]

βουνοτσίχλονο,ορνίθιο των βουνών

accentual[adj]

τονικός,προσωδικός

accentuate[v]

τονίζω,επισημαίνω

accentuation[n]
accept[v]

αποδέχομαι,επιδέχομαι

acceptable[adj]

αποδεκτός,εγκρίσιμος

acceptably[adv]

αποδεκτά

acceptance[n]

αποδοχή

acceptance letter[n]

επιστολή αποδοχής,επιστολή εισαγωγής

acceptation[n]
accepted[adj]

αποδεκτός,αναγνωρισμένος

acceptive[adj]
acceptor[n]
access[n][v]

πρόσβαση,δικαίωμα πρόσβασης • πρόσβαση,έχω πρόσβαση σε

access course[n]

μάθημα πρόσβασης,πρόγραμμα πρόσβασης

access journalism[n]

δημοσιογραφία πρόσβασης,δημοσιογραφία εγγύτητας

access provider[n]

πάροχος πρόσβασης,πάροχος υπηρεσιών διαδικτύου

access road[n]

δρόμος πρόσβασης,οδός εισόδου

accessary[n][adj]
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή